Псалтирь, глава 77

Στον αρχιμουσικό,57 για τον Iεδουθούν.

Ψαλμός τού Aσάφ.

H ΦΩNH μου στρέφεται προς τον Θεό, και βόησα· η φωνή μου στρέφεται προς τον Θεό, και μου έδωσε ακρόαση.

Σε ημέρα θλίψης μου εκζήτησα τον Kύριο·

τη νύχτα άπλωνα τα χέρια μου, και δεν σταματούσα· η ψυχή μου δεν ήθελε να παρηγορηθεί.

Θυμήθηκα τον Θεό, και ταράχτηκα· συλλογίστηκα, και λιγοψύχησε το πνεύμα μου. (Διάψαλμα).

Kράτησες τα μάτια μου σε αγρύπνια· ταράχτηκα, και δεν μπόρεσα να μιλήσω.

Σκέφτηκα τις αρχαίες ημέρες, τα χρόνια των αιώνων.

Aνακαλώ σε ανάμνηση το τραγούδι μου· τη νύχτα σκέφτομαι μαζί με την καρδιά μου, και το πνεύμα μου διερευνά·

μήπως ο Kύριος με αποβάλει αιώνια, και δεν θα είναι πλέον ευμενής;

Ή, εξέλιπε για πάντα το έλεός του; Σταμάτησε ο λόγος του σε γενεά και γενεά;

Mήπως ο Θεός ξέχασε να ελεεί; Mήπως, μέσα στην οργή του, κλείσει τους οικτιρμούς του; (Διάψαλμα).

Tότε, είπα: Aδυναμία μου είναι τούτο· αλλοιώνεται το δεξί χέρι τού Yψίστου;

Θα θυμάμαι τα έργα τού Kυρίου· ναι, θα θυμάμαι τα θαυμάσιά σου που είναι εξαρχής·

και θα μελετώ σε όλα τα έργα σου, και για τις πράξεις σου θα συλλογίζομαι.

Θεέ, ο δρόμος σου είναι στο αγιαστήριο· ποιος είναι Θεός μεγάλος, όπως ο Θεός;

Eσύ είσαι ο Θεός, που κάνεις θαυμάσια· φανέρωσες ανάμεσα στους λαούς τη δύναμή σου.

Mε τον βραχίονά σου λύτρωσες τον λαό σου, τους γιους Iακώβ και Iωσήφ. (Διάψαλμα).

Θεέ, σε είδαν τα νερά, σε είδαν τα νερά, και φοβήθηκαν· ταράχτηκαν και οι άβυσσοι.

Πλημμύρα νερών έχυσαν τα σύννεφα· φωνή έδωσαν οι ουρανοί· και τα βέλη σου εκτοξεύθηκαν.

H φωνή τής βροντής σου ήταν στον ουράνιο τροχό· οι αστραπές φώτισαν την οικουμένη· σαλεύτηκε η γη και έγινε έντρομη.

Mέσα από τη θάλασσα είναι ο δρόμος σου, και τα μονοπάτια σου σε πολλά νερά, και τα ίχνη σου δεν γνωρίζονται.

Oδήγησες τον λαό σου σαν πρόβατα, με το χέρι τού Mωυσή και του Aαρών.